Μια κορη-μανα σε μια Μανα-κόρη
Ιδρωμένες πεταλούδες στο στήθος
τα χέρια προσεύχονται
Άρωμα τριαντάφυλλο
το καντήλι καίει θυμιατό .
Νοσταλγικές μνήμες
καρφωμένες στα τζάμια
κλαίνε
ο,τι δεν ξοδεψε ο ουρανός στο κλάμα του .
Αγαπήμενες λακκουβίτσες
τα προσκέφαλα αυτων που πεταξαν .
Ειναι το αλλο μισό που κλεινει απ την κοιλιά της μανας .
Μια Μανα .
Μυροβόλα η γαλήνη για σε .
Σ αγκαλιάζω στους υπνους μου .
Σ αγκαλιάζω στις αφες τρυφερών υφασμάτων .
Σ αγκαλιάζω στα τραγούδια της άνοιξης που σ αρεσαν .
Στα μαντολίνα Μανταλένια θα σ έλεγαν .
Αν ειχαν άρωμα οι σιώπες σου
θα ηταν ζουμπουλια .
Αν ειχαν χρώμα οι σκεψεις σου
θα ηταν ροζ στο πρασινο
Αν ειχαν χρώμα οι αγαπες μου
για Σενα
θα ηταν γαλαζιες στα σύννεφα .
ΥΓ.Εκεινη εφυγε στο τραμοντο της 1.2.98
Ηρεμα στο λουλουδατο μαξιλαρι της .
Πηρε μαζι της τους φοβους μου γι αυτους που φευγουν .
Αφησε πανω μου την μελανγχολια μιας δευτερης ορφανιας .
Περασε στο λαιμο μου την ζεστασια της βερας της και την λιπαντικη γευση απο τα δακτυλα της .
Κυοφόρησε μέσα μου μια πατρίδα που δεν ένιωθα δική μου .
Ενα χείμαρο παροιμίες και λέξεις σπάνια φορεμένες .
Μου φόρεσε το ρούχο της λιτότητας σαν αρετή .
Μου μάθε τις μουσες μια μουσα η ιδια .
Εβλεπε την Παναγιά στα ονειρα της κι αυτην επικαλεστηκε στο ταξιδι της .
ΚΟΙΜΑΤΑΙ γαλήνια στην αγκαλια της .
1 Φεβ 2007
12 Ιαν 2007
Ευκολες μαργαριτες
Θα ανταποκριθώ στους σημερινους ηχους των πλοιων
τους βουτηγμενους στους υγρους φοβους
και σε κεινο το ειδος βροχης
Ενας ουρανος που στραγγιζει το σωμα του .
Θ΄απλώσω στο στεραιο το βλεμα
για να μαντεψω στο θολό
κατι περα απο τους φοβους μου τους ξενυχτηδες
θα καταπιω στα γρηγορα την μπουκια των πεινασμενων σκεψεων .
Θα λαξέψω στ΄απονερα
τα σχηματα τα πατρογονικα
και τις σιωπες ,
και μεσα σ αυτες τη ληθη και τους πονους των αιωνων
Μωρα που κλαινε στις κωχες των ματιων οι θλιψες .
Ο καιρος ξενυχτά.
Οσο θα σας μιλώ θα ζωγραφιζω
ανθρωπινες φιγουρες και ευκολες μαργαριτες
φλέβες δενδρων που καταληγουν σε σημεια .
Και οσο θα σας μιλω
τα ματια μου θα ειναι η αληθεια των χεριων μου .
τους βουτηγμενους στους υγρους φοβους
και σε κεινο το ειδος βροχης
Ενας ουρανος που στραγγιζει το σωμα του .
Θ΄απλώσω στο στεραιο το βλεμα
για να μαντεψω στο θολό
κατι περα απο τους φοβους μου τους ξενυχτηδες
θα καταπιω στα γρηγορα την μπουκια των πεινασμενων σκεψεων .
Θα λαξέψω στ΄απονερα
τα σχηματα τα πατρογονικα
και τις σιωπες ,
και μεσα σ αυτες τη ληθη και τους πονους των αιωνων
Μωρα που κλαινε στις κωχες των ματιων οι θλιψες .
Ο καιρος ξενυχτά.
Οσο θα σας μιλώ θα ζωγραφιζω
ανθρωπινες φιγουρες και ευκολες μαργαριτες
φλέβες δενδρων που καταληγουν σε σημεια .
Και οσο θα σας μιλω
τα ματια μου θα ειναι η αληθεια των χεριων μου .
4 Δεκ 2006
Θα ξυπνήσω
Θα ξυπνήσω σ ενα πέλαγο ομίχλης
μιας πρωινής νοτισμένης γερά άχλης .
Στα δένδρα οι τελευταίοι σταυροφόροι
θα φορέσουν το χρώμα της ανακύκλωσης.
Στους τοίχους τα μαγευτικά τρωκτικά του
Θ΄απλωθούν σε μια αβυσσαλεα νάρκη .
Στα σκαλοπάτια θα φορεθούν
η μοναξιά και η μελαγχολία .
Στα παράθυρα θα φωλιάσει η θαμπάδα
κρυφών κοιταγμάτων .
Στις σέρες θ' απλωθεί το κρύο της σιωπής
και θα μονιάσει ο έρωτας της ξεχασιάς .
Θα στριμωχτούν οι δίψες άλλων εποχών .
Στο μακρυνό του ορίζοντα
θα πλαταγιάσει ξερά ο ήχος των γλάρων
και στα βράχια θα ξερνά τον θυμό του ο αέρας.
Ο Ηλιος θα κρυώνει ντυμένος το πένθος της χάρας .
Στις τέφρες των χρωμάτων θα μαζευτούν
κι οι τελευταιοι αναλογητές
για να θεριέψουν ενα αύριο χρώμα-ζωή .
Οι βουτηχτάδες θα σταματούν
για ν αφουγκράσουν τις σιγές απο το πέλαγος
κι οι βάρκες θα μοιάζουν
σαν κλάματα ξεχασμένα στο λίγο φως .
Στ΄απλωμένα χέρια θα κατεδαφιστούν
οι ανησυχίες μιας ακόμα νύχτας
και στην πανδαισία των λεπτών θα ξεχαστούν οι θρήνοι .
Στο βαθος της νύχτας το φως θα τρεμοπαίζει
και οι σιωπές θα βουλιάξουν στα πρόσωπα των βραδυνών ήχων .
Θα ξεχαστούν οι πόρνες οι ώρες
πάνω στα κοιμισμένα κορμιά μας
ζητώντας το μερτικό τους στις ρυτίδες .
Θ' απλώσω στη φωνή τη σιγή ,
μόνο το βλέμα θα μιλά στις σημερινές σκέψεις
αλλα βεβαια κι αυτο για κείνους
που ξέρουν να διαβάζουν .
.
Οι χειμώνες της σκέψης έφτασαν
κάθονται στα δένδρα των ανέμων
στ΄αυλάκια της θάλασσας
σχίζουν τον ουρανό στο βλέμμα μας
Αγκαλιάζουν το σώμα μας .
Θα ντυ8ώ ενα ρούχο που δεν ειναι κλάμα
κι ούτε φωνάζει οταν πονάει .
Θα ΄χω ενα χρώμα αρνητικού
κι άρωμα filato .
Στα χέρια μου θα κρατώ
το κομπολόι των αναστεναγμών
σαν τις ανάσες φοβισμένων εραστών .
μιας πρωινής νοτισμένης γερά άχλης .
Στα δένδρα οι τελευταίοι σταυροφόροι
θα φορέσουν το χρώμα της ανακύκλωσης.
Στους τοίχους τα μαγευτικά τρωκτικά του
Θ΄απλωθούν σε μια αβυσσαλεα νάρκη .
Στα σκαλοπάτια θα φορεθούν
η μοναξιά και η μελαγχολία .
Στα παράθυρα θα φωλιάσει η θαμπάδα
κρυφών κοιταγμάτων .
Στις σέρες θ' απλωθεί το κρύο της σιωπής
και θα μονιάσει ο έρωτας της ξεχασιάς .
Θα στριμωχτούν οι δίψες άλλων εποχών .
Στο μακρυνό του ορίζοντα
θα πλαταγιάσει ξερά ο ήχος των γλάρων
και στα βράχια θα ξερνά τον θυμό του ο αέρας.
Ο Ηλιος θα κρυώνει ντυμένος το πένθος της χάρας .
Στις τέφρες των χρωμάτων θα μαζευτούν
κι οι τελευταιοι αναλογητές
για να θεριέψουν ενα αύριο χρώμα-ζωή .
Οι βουτηχτάδες θα σταματούν
για ν αφουγκράσουν τις σιγές απο το πέλαγος
κι οι βάρκες θα μοιάζουν
σαν κλάματα ξεχασμένα στο λίγο φως .
Στ΄απλωμένα χέρια θα κατεδαφιστούν
οι ανησυχίες μιας ακόμα νύχτας
και στην πανδαισία των λεπτών θα ξεχαστούν οι θρήνοι .
Στο βαθος της νύχτας το φως θα τρεμοπαίζει
και οι σιωπές θα βουλιάξουν στα πρόσωπα των βραδυνών ήχων .
Θα ξεχαστούν οι πόρνες οι ώρες
πάνω στα κοιμισμένα κορμιά μας
ζητώντας το μερτικό τους στις ρυτίδες .
Θ' απλώσω στη φωνή τη σιγή ,
μόνο το βλέμα θα μιλά στις σημερινές σκέψεις
αλλα βεβαια κι αυτο για κείνους
που ξέρουν να διαβάζουν .
.
Οι χειμώνες της σκέψης έφτασαν
κάθονται στα δένδρα των ανέμων
στ΄αυλάκια της θάλασσας
σχίζουν τον ουρανό στο βλέμμα μας
Αγκαλιάζουν το σώμα μας .
Θα ξυπνήσω στο κίτρινο
με μια νότα ανέμου στο ξεσκέπαστο
στα μάτια θα 'χω τη βροχή που πέρασε
και στα χέρια το φυλαχτό που ξεχάστηκε .
με μια νότα ανέμου στο ξεσκέπαστο
στα μάτια θα 'χω τη βροχή που πέρασε
και στα χέρια το φυλαχτό που ξεχάστηκε .
Θα ντυ8ώ ενα ρούχο που δεν ειναι κλάμα
κι ούτε φωνάζει οταν πονάει .
Θα ΄χω ενα χρώμα αρνητικού
κι άρωμα filato .
Στα χέρια μου θα κρατώ
το κομπολόι των αναστεναγμών
σαν τις ανάσες φοβισμένων εραστών .
23 Οκτ 2006
Χερια σε σταση ειρηνης

Σε συναντω οταν σ εχω αναγκη.
Σ εναν 'εξοχο διακοσμο .
Μακρυα και τοσο κοντα στο κοσμικο μου πλαισιο .
Στα χρωματα της ψυχης μου .
Στους ηχους της καρδιας μου .
Στο αρωμα της αφης μου .
Ακουμπω σε .
Οι ηχοι γινοται η δικη μου φωνη - επικληση.
Η αφη ειναι η δικη μου σφραγιδα στο δικαιωμα της προσευχης .
Προσευχομαι σε σταση ειρηνης .
Κρατωντας τα ματια ανοιχτα στις γωνιες της υπαρξης μου .
Στα τρυφερα χρωματα που παγωνουν στις γωνιες των εκκλησιων .
Στις ιδιες γωνιες αναζητω τις ψυχες που χτυπιουνται στους ανεμους των ηχων .
Ζωγραφισμενες στα γραμμικα σχεδια των πλακοστρωτων .
Γραπωμενες στα διαφανα προσωπα αγιων και μαρτυρων .
Παραδωμενες στο δικο τους αχρονο χρονο .
Οταν η ψυχη μου εχει γιομισει δακρυα ασφιχκτικα να τα κλεισει στους πυλωνες των ματιων . Να μην μαντεψει κανεις παρα μονο εσυ ποσο πολυ πονω .
Σε συναντω οταν σ εχω αναγκη .
Οταν εκεινο το γαλαζιο γινεται αφορητα βαρυ στο μπλε της γνωσης .
Σε συναντω οταν σ εχω αναγκη .
Οταν δεν μου εχει μεινει φωνη παρα μονο μια βουβη στα ουρλιαχτα της προσευχη .
Οταν δεν μενει παρα ο δρομος της αγωνιας .
Ακουμπω σε
Cortina 2006
15 Σεπ 2006
Ο Τοσος και ο Τοοσοδουλης χερι χερι ....

Χερι στο χερι .
Δυο μικρα στην ακρη του φοβου .
-Μην με φοβασαι μικρε μου .
-Εγω φοβαμαι πιο πολυ τα σκοταδια και τους ηχους της νυχτας.
Φοβαμαι τα αγρια βλεματα και τις ηχηρες σιωπες .
Φοβαμαι τις φωνες της απελπισιας που δεν γνωριζουν ποσο απελπισμενες ειναι .
Φοβαμαι τις αποστασεις του μακρυα ,αγαπημενων .
Φοβαμαι οταν στο απλωμα των χεριων δεν υπαρχει καμια αγκαλια να με ρουφηξει μεσα της τρυφερα .
Φοβαμαι τις ρυτιδες του χρονου που με φερνουν μακρυα απο αυτους που αγαπω .
Εγω φοβαμαι πιο πολυ Εμενα απο Εσενα .
Φοβαμαι ολα οσα δεν καταλαβα και περασαν , με περασαν .
Εσυ φοβασαι μονο το μεγεθος μου .
Ειναι κι αλλα που φοβασαι απο μενα αραγε ?
Γιατι εγω φοβαμαι κι αλλα θαρρώ .
Φοβαμαι τους φοβους μου ...που περνουν σχηματα το βραδυ ...και γινονται ποταμι να πνιξει .
- Μην φοβασαι μικρε μου διαφανε .
Ενας μικρος γιγαντας ειμαι για το βασιλειο σου ,αλλα για τον δικο μου κοσμο ,ειμαι ενας Τοσος .
Ελα λοιπον Τοσοδουλη . Θα σε βαλω καπου ησυχα για να παψεις να φοβασαι .
Παυουν αραγε οι φοβοι ?
Πλαταινουν ισως τα ορια τους μεχρι που αχνιζουν ,αλλα παντα καραδοκουν να γινουν ξανα εντονες σκιες στην ψυχη μας .
Εμενα ομως μην με φοβασαι .
Ειμαι μικρος σαν και σενα .
Εχουμε στο βασιλειο του ο καθενας την ιδια θεση .
Μικροι .
Ο Τοσος αφησε τον Τοσοδουλη στην πλευρα ενος φοινικα να κρυφτει εκει, οπου και τον βρηκε .
Εκεινος συνεχισε να παιζει με τα παιδια-φιλους εκεινο το βραδυ .
Εκεινη , τον κοιταζε .
Γλυκαινε στην σκεψη οτι ο Τοσος της , το γλυκο της παιδι , ειχε μια γλυκια καρδια -συμπαν .
ΥΓ. αποσπασμα απο ανεκδοτο παιδικο διηγημα 1995-96
12 Σεπ 2006
Θα ΓΥΡΙΖΩ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ .....
Οι σκεψεις τραβουν τα βηματα μας στα σημεια που αφησαμε καποτε τις ψυχες μας .
Σαν τον φονια που γυριζει στον τοπο του εγκληματος για να μυρισει το χωμα και το αιμα .
Να μυρισει την αυρα που χαθηκε .
Τη αυρα που ξεραθηκε στους τοιχους ....στη γη ...στον αερα .
Λες και ξερει πως οι αυρες αποτυπωνονται σε σχηματα μεσα στις πετρες.
Κοκκοι ατερμωνοι .
Φωνες και ηχοι .
Μουσικες και χρωματα .
Να του θυμισουν το ζωντανο σχημα μιας θαλασσας που εσβυσε στα φωτα της ραμπας το τελευταιο χειροκροτημα .
Σχηματα πια , ντυμενα με σιωπες .
Απλωνω το χερι λιτα να ξεφυγω τον ηλιο .
Εκει την ειδα .
Ειναι απλα μια ταμπελα μοναξιας .
Για θλιψες που ξεθωριασαν ακομα και στα χρωματα της μνημης .
Περπατωντας στο πουθενα της Αθηνας .
Λουσμενη με την υγρη λυπη της επιστροφης .
Χαρα και λυπη αγκαλιασμενες .
Ματια και βλεμα καρφωμενο να ρουφα εικονες , ηχους και οσμες .
Για λιγο γινομαι ηδονοβλεψιας .
Χαρα και θλιψη μαζι .
Χαρα για τις ταυτοτητες που δεν χαθηκαν .
Θλιψη γι ολα αυτα που ξεθωριαζουν και χανονται στη ληθη .
ΕΓΩ ΓΥΡΙΣΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ .
Με μια κοκκινη τελεια να σφραγιζει .
Κατι σαν ρανιδες αιμα -σημειο .
θα ΓΥΡΙΖΩ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ψυχη μου .
Η ταμπελα ειναι κρεμασμενη στο θεατρο ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ .
Ημουν εκει στην τελευταια της παρασταση .
Δεν προσεξα ποτε αυτην την ταμπελα .
Δεν ξερω καν τι σημαινει και δεν μ ενδιαφερει να ψαξω .
Ηταν απλα εκει, εκεινη την στιγμη, για να δωσει μερικες απαντησεις στις φωνες-κραυγιες-θλιψη και να γλυκανει τις φυγες μου , την ανταρσια μου αλλα και να δωσει την απαντηση που δεν εβρισκα στα πολλα ερωτηματικα μου :ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ .
Σαν τον φονια που γυριζει στον τοπο του εγκληματος για να μυρισει το χωμα και το αιμα .
Να μυρισει την αυρα που χαθηκε .
Τη αυρα που ξεραθηκε στους τοιχους ....στη γη ...στον αερα .
Λες και ξερει πως οι αυρες αποτυπωνονται σε σχηματα μεσα στις πετρες.
Κοκκοι ατερμωνοι .
Φωνες και ηχοι .
Μουσικες και χρωματα .
Να του θυμισουν το ζωντανο σχημα μιας θαλασσας που εσβυσε στα φωτα της ραμπας το τελευταιο χειροκροτημα .
Σχηματα πια , ντυμενα με σιωπες .
Απλωνω το χερι λιτα να ξεφυγω τον ηλιο .
Εκει την ειδα .
Ειναι απλα μια ταμπελα μοναξιας .
Για θλιψες που ξεθωριασαν ακομα και στα χρωματα της μνημης .
Περπατωντας στο πουθενα της Αθηνας .
Λουσμενη με την υγρη λυπη της επιστροφης .
Χαρα και λυπη αγκαλιασμενες .
Ματια και βλεμα καρφωμενο να ρουφα εικονες , ηχους και οσμες .
Για λιγο γινομαι ηδονοβλεψιας .
Χαρα και θλιψη μαζι .
Χαρα για τις ταυτοτητες που δεν χαθηκαν .
Θλιψη γι ολα αυτα που ξεθωριαζουν και χανονται στη ληθη .
ΕΓΩ ΓΥΡΙΣΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ .
Με μια κοκκινη τελεια να σφραγιζει .
Κατι σαν ρανιδες αιμα -σημειο .
θα ΓΥΡΙΖΩ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ψυχη μου .
Η ταμπελα ειναι κρεμασμενη στο θεατρο ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ .
Ημουν εκει στην τελευταια της παρασταση .
Δεν προσεξα ποτε αυτην την ταμπελα .
Δεν ξερω καν τι σημαινει και δεν μ ενδιαφερει να ψαξω .
Ηταν απλα εκει, εκεινη την στιγμη, για να δωσει μερικες απαντησεις στις φωνες-κραυγιες-θλιψη και να γλυκανει τις φυγες μου , την ανταρσια μου αλλα και να δωσει την απαντηση που δεν εβρισκα στα πολλα ερωτηματικα μου :ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ .
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

