4 Δεκ 2006

Θα ξυπνήσω

Θα ξυπνήσω σ ενα πέλαγο ομίχλης
μιας πρωινής νοτισμένης γερά άχλης .

Στα δένδρα οι τελευταίοι σταυροφόροι
θα φορέσουν το χρώμα της ανακύκλωσης.

Στους τοίχους τα μαγευτικά τρωκτικά του
Θ΄απλωθούν σε μια αβυσσαλεα νάρκη .

Στα σκαλοπάτια θα φορεθούν
η μοναξιά και η μελαγχολία .

Στα παράθυρα θα φωλιάσει η θαμπάδα
κρυφών κοιταγμάτων .

Στις σέρες θ' απλωθεί το κρύο της σιωπής
και θα μονιάσει ο έρωτας της ξεχασιάς .
Θα στριμωχτούν οι δίψες άλλων εποχών .

Στο μακρυνό του ορίζοντα
θα πλαταγιάσει ξερά ο ήχος των γλάρων
και στα βράχια θα ξερνά τον θυμό του ο αέρας.
Ο Ηλιος θα κρυώνει ντυμένος το πένθος της χάρας .

Στις τέφρες των χρωμάτων θα μαζευτούν
κι οι τελευταιοι αναλογητές
για να θεριέψουν ενα αύριο χρώμα-ζωή .

Οι βουτηχτάδες θα σταματούν
για ν αφουγκράσουν τις σιγές απο το πέλαγος
κι οι βάρκες θα μοιάζουν
σαν κλάματα ξεχασμένα στο λίγο φως .

Στ΄απλωμένα χέρια θα κατεδαφιστούν
οι ανησυχίες μιας ακόμα νύχτας
και στην πανδαισία των λεπτών θα ξεχαστούν οι θρήνοι .

Στο βαθος της νύχτας το φως θα τρεμοπαίζει
και οι σιωπές θα βουλιάξουν στα πρόσωπα των βραδυνών ήχων .
Θα ξεχαστούν οι πόρνες οι ώρες
πάνω στα κοιμισμένα κορμιά μας
ζητώντας το μερτικό τους στις ρυτίδες .

Θ' απλώσω στη φωνή τη σιγή ,
μόνο το βλέμα θα μιλά στις σημερινές σκέψεις
αλλα βεβαια κι αυτο για κείνους
που ξέρουν να διαβάζουν .

.

Οι χειμώνες της σκέψης έφτασαν
κάθονται στα δένδρα των ανέμων
στ΄αυλάκια της θάλασσας
σχίζουν τον ουρανό στο βλέμμα μας
Αγκαλιάζουν το σώμα μας .

Θα ξυπνήσω στο κίτρινο
με μια νότα ανέμου στο ξεσκέπαστο
στα μάτια θα 'χω τη βροχή που πέρασε
και στα χέρια το φυλαχτό που ξεχάστηκε .

Θα ντυ8ώ ενα ρούχο που δεν ειναι κλάμα
κι ούτε φωνάζει οταν πονάει .
Θα ΄χω ενα χρώμα αρνητικού
κι άρωμα filato .
Στα χέρια μου θα κρατώ
το κομπολόι των αναστεναγμών
σαν τις ανάσες φοβισμένων εραστών .