
Χερι στο χερι .
Δυο μικρα στην ακρη του φοβου .
-Μην με φοβασαι μικρε μου .
-Εγω φοβαμαι πιο πολυ τα σκοταδια και τους ηχους της νυχτας.
Φοβαμαι τα αγρια βλεματα και τις ηχηρες σιωπες .
Φοβαμαι τις φωνες της απελπισιας που δεν γνωριζουν ποσο απελπισμενες ειναι .
Φοβαμαι τις αποστασεις του μακρυα ,αγαπημενων .
Φοβαμαι οταν στο απλωμα των χεριων δεν υπαρχει καμια αγκαλια να με ρουφηξει μεσα της τρυφερα .
Φοβαμαι τις ρυτιδες του χρονου που με φερνουν μακρυα απο αυτους που αγαπω .
Εγω φοβαμαι πιο πολυ Εμενα απο Εσενα .
Φοβαμαι ολα οσα δεν καταλαβα και περασαν , με περασαν .
Εσυ φοβασαι μονο το μεγεθος μου .
Ειναι κι αλλα που φοβασαι απο μενα αραγε ?
Γιατι εγω φοβαμαι κι αλλα θαρρώ .
Φοβαμαι τους φοβους μου ...που περνουν σχηματα το βραδυ ...και γινονται ποταμι να πνιξει .
- Μην φοβασαι μικρε μου διαφανε .
Ενας μικρος γιγαντας ειμαι για το βασιλειο σου ,αλλα για τον δικο μου κοσμο ,ειμαι ενας Τοσος .
Ελα λοιπον Τοσοδουλη . Θα σε βαλω καπου ησυχα για να παψεις να φοβασαι .
Παυουν αραγε οι φοβοι ?
Πλαταινουν ισως τα ορια τους μεχρι που αχνιζουν ,αλλα παντα καραδοκουν να γινουν ξανα εντονες σκιες στην ψυχη μας .
Εμενα ομως μην με φοβασαι .
Ειμαι μικρος σαν και σενα .
Εχουμε στο βασιλειο του ο καθενας την ιδια θεση .
Μικροι .
Ο Τοσος αφησε τον Τοσοδουλη στην πλευρα ενος φοινικα να κρυφτει εκει, οπου και τον βρηκε .
Εκεινος συνεχισε να παιζει με τα παιδια-φιλους εκεινο το βραδυ .
Εκεινη , τον κοιταζε .
Γλυκαινε στην σκεψη οτι ο Τοσος της , το γλυκο της παιδι , ειχε μια γλυκια καρδια -συμπαν .
ΥΓ. αποσπασμα απο ανεκδοτο παιδικο διηγημα 1995-96